Πάνω από 200 E-Learning Προγράμματα

Γιατί δεν με καταλαβαίνουν;

Πόσες φορές σας έχει τύχει σε μια συζήτηση να διαπιστώνετε πως άλλα λέτε κι άλλα καταλαβαίνει ο άλλος, ή πως άλλα θέλετε να πείτε κι άλλα λέτε;

Η γλωσσική επικοινωνία είναι μία από τις πλέον βασικές δεξιότητες που χρειάζεται κανείς να διαθέτει, τόσο για την προσωπική όσο και για την επαγγελματική ζωή. Κι αν στην προσωπική ζωή, η οποιαδήποτε αδυναμία μπορεί να καλυφθεί επειδή ο άλλος μας γνωρίζει, οπότε μπορεί να συμπεράνει τι θέλουμε να πούμε, ή έχει την υπομονή και την ανοχή σε περίπτωση που πούμε κάτι που μπορεί να θεωρηθεί αρνητικό έως και προσβλητικό, στην επαγγελματική ζωή τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Ο λόγος είναι πως δεν υπάρχει αυτή η οικειότητα (με ορισμένες εξαιρέσεις, φυσικά), ώστε ο άλλος να σταθεί απέναντι στην αδυναμία της επικοινωνίας μας με κατανόηση και να προσπαθήσει να καταλάβει τι θέλουμε να πούμε. Αντιθέτως, είναι πολύ πιθανό να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις που ενδέχεται να δυσχεράνουν τη συνεργασία.

Όταν μιλάμε για αδυναμία στη γλωσσική επικοινωνία δεν εννοούμε κάποιο πιθανό πρόβλημα στην άρθρωση, παρά το ότι, αν υπάρχει τέτοιο και είναι σημαντικό, φυσικά αποτελεί παράγοντα επιβαρυντικό ως προς την επικοινωνία. Η αδυναμία στη γλωσσική επικοινωνία μπορεί να υπάρχει σε οποιοδήποτε από τα στάδια επιτέλεσής της, από τη σκέψη που θέλει κανείς να εκφράσει έως την τελική αντίδραση εκείνου στον οποίο απευθύνεται.

Για το λόγο αυτό, είναι χρήσιμο να δούμε ποια είναι τα βασικά στάδια της γλωσσικής επικοινωνίας και τι χρειάζεται σε καθένα από αυτά, ώστε να μην υπάρχουν σοβαρά, τουλάχιστον, προβλήματα.

Η σκέψη: Εδώ βρισκόμαστε σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ισχύει το «η αρχή είναι το ήμισυ του παντός». Το ζήτημα δεν είναι να πούμε αυτό που θέλουμε, αλλά να ξέρουμε τι θέλουμε να πούμε. Το πρόβλημα εδώ ξεκινάει όταν δεν συνειδητοποιούμε τι είναι αυτό που επιθυμούμε να πούμε όχι από την άποψη του αντικειμένου της επικοινωνίας, αλλά από την άποψη του περιεχομένου. Έχουμε μια γενική ιδέα για το τι είναι αυτό και θεωρούμε πως μόλις ανοίξουμε το στόμα μας θα εκφράσουμε πλήρως τη σκέψη μας. Τότε γίνονται τα μεγαλύτερα λάθη. Για παράδειγμα, είμαι δυσαρεστημένος με ένα συνάδελφο επειδή χρησιμοποιεί τον Η/Υ μου και πειράζει τα αρχεία μου. Το θέμα δεν είναι να του εκφράσω απλώς την ενόχλησή μου, αλλά να την εκφράσω έτσι ώστε να μη διαταραχτούν οι σχέσεις μας. Μπορώ λοιπόν να του πω «αν ξαναπειράξεις τον υπολογιστή μου θα σε χτυπήσω», ή «θα σε παρακαλούσα να προσέχεις ώστε να μην πειράζεις τα αρχεία μου, όταν είσαι στον υπολογιστή μου». Και στις δύο περιπτώσεις εκφράζω το αντικείμενο της σκέψης μου, αλλά με διαφορετικό τρόπο, οπότε και με διαφορετικό αποτέλεσμα.

Για να βελτιωθούμε σε αυτό το στάδιο της γλωσσικής επικοινωνίας θα πρέπει να προσπαθούμε, στο μέτρο του δυνατού, να εξασφαλίζουμε όσο χρόνο μπορούμε, ώστε να επεξεργαστούμε όσο γίνεται καλύτερα το περιεχόμενο της σκέψης μας. Αν στην αρχή φαίνεται αυτό δύσκολο, είναι βέβαιο πως μετά από λίγο θα γίνει συνήθεια, με όλα τα θετικά αποτελέσματά της.

Η γλώσσα: Η γλώσσα συνδέεται άμεσα με τη σκέψη, μιας και δεν μπορούμε να σκεφτούμε χωρίς τη γλώσσα. Οπότε, κι εδώ ισχύουν όσα επισημάνθηκαν παραπάνω. Αυτό που θα πρέπει να προστεθεί είναι ότι η γλωσσική φτώχεια συνεπάγεται φτώχεια σκέψης. Γιατί οι λέξεις είναι παράθυρα στον κόσμο και όταν δεν γνωρίζουμε μια λέξη, τότε έχουμε κλειστό το παράθυρο αυτό, το οποίο συνεπάγεται ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε από εκείνη την οπτική, γιατί απλά την αγνοούμε.

Το περιβάλλον: Βασικό στοιχείο σε μια πετυχημένη γλωσσική επικοινωνία είναι το να προσαρμοζόμαστε στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Επικοινωνία δεν σημαίνει απλώς μεταδίδω κάτι. Για να μεταδοθεί σωστά αυτό το «κάτι» θα πρέπει η διαδικασία της μετάδοσης να ταιριάξει στο περιβάλλον, μέσα στο οποίο γίνεται η επικοινωνία. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε γλωσσικά όταν βρισκόμαστε σε έναν χώρο με πολύ θόρυβο κι εμείς ψιθυρίζουμε.

Ο δέκτης: Ό,τι και να πούμε, όσο σωστά και να ειπωθεί, αν ο δέκτης, δηλαδή εκείνος στον οποίο απευθυνόμαστε, δεν είναι σε θέση να καταλάβει αυτό που λέμε, τότε η επικοινωνία οδηγείται σε αποτυχία. Φυσικά, αυτό είναι και ζήτημα του δέκτη, κατά πόσο δηλαδή είναι έτοιμος και πρόθυμος να δεχθεί τη γλωσσική επικοινωνία μας. Από τη μεριά μας, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να λάβουμε υπόψη τυχόν ιδιαιτερότητές του, ώστε να βοηθήσουμε στην επικοινωνία – π.χ. να μιλήσουμε αγγλικά σε έναν που μιλάει μόνο αγγλικά.

Ανατροφοδότηση: Είναι απαραίτητο να βεβαιωνόμαστε ότι ο άλλος, ο δέκτης, έχει πράγματι καταλάβει αυτό που του λέμε. Χωρίς αυτή την επιβεβαίωση, είναι πιθανό η γλωσσική επικοινωνία να φτάσει να μετατραπεί ακόμα και σε παράλληλους μονολόγους.

 

 

Μιχάλης Κατσιμίτσης, PhD

 

Προγράμματα e-Learning

Uoa Gifts shop